Ἀφοῦ πÝρασαν τὴν Φρυγßα καὶ τὴν χþρα τῆς Γαλατßας, ἐπειδὴ ἐμποδßσθησαν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ κυρÞξουν τὸν Θεßο λüγο στὴν Ἀσßαν, ὅταν ἔφθασαν στὰ μÝρη τῆς Μυσßας, προσπαθοῦσαν νὰ βαδßσουν πρὸς τὴν Βιθυνßα, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἄφησε τὸ Πνεῦμα. Ἀφοῦ προσπÝρασαν τὴν Μυσßαν, κατÝβηκαν στὴν ΤρωÜδα. Κατὰ τὴν νýκτα παρουσιÜστηκε ὅραμα στὸν Παῦλο· κÜποιος ἄνδρας Μακεδὼνας στεκüταν καὶ τὸν παρακαλοῦσε λÝγων, «ΠÝρασε στὴν Μακεδονßα καὶ βοÞθησÝ μας». Ὅταν εἶδε τὸ ὅραμα, ζητÞσαμε ἀμÝσως νὰ φýγουμε γιὰ τὴν Μακεδονßα, διüτι συμπερÜναμε ὅτι ὁ Κýριüς μας προσκÜλεσε νὰ φÝρουμε σ'αυτοὺς τὸ χαρμüσυνο ἄγγελμα.

Ἀφοῦ λοιπὸν ξεκινÞσαμε ἀπὸ τὴν ΤρωÜδα πλεýσαμε κατ' εὐθεßαν στὴν ΣαμοθρÜκη, τὴν δὲ ἑπομÝνη στὴν ΝεÜπολη καὶ ἀπ' ἐκεῖ στοὺς Φιλßππους, ἡ ὁποßα εἶναι ἡ πρþτη πüλις τῆς περιοχῆς ἐκεßνης τῆς Μακεδονßας, μßα ἀποικßα ΡωμαúκÞ, καὶ μεßναμε στὴν πüλη αὐτὴ μερικὲς ἡμÝρες. Τὴν ἡμÝρα τοῦ ΣαββÜτου βγÞκαμε ἔξω ἀπὸ τὴν πüλη σὲ μÝρος κοντὰ στὸν ποταμüν, ὅπου νομßζαμε ὅτι ὑπῆρχε τüπος προσευχῆς καὶ καθÞσαμε καὶ μιλοýσαμε στὶς γυναῖκες ποὺ εἶχαν μαζευθεῖ ἐκεῖ. ΚÜποια γυναßκα ἀπὸ τὴν πüλη τῶν θυατεßρων, ὀνομαζομÝνη Λυδßα, ἡ ὁποßα πουλοῦσε πορφýρα, γυναßκα θεοσεβÞς, ἄκουε καὶ ὁ Κýριος της ἄνοιξε τὴν καρδιÜ, για νὰ προσÝχει σε ὅσα ἔλεγε ὁ Παῦλος. Ὅταν βαπτßσθηκε αὐτὴ καὶ οἱ οἰκιακοß της, μᾶς εἶπε· «Ἐὰν μὲ κρßνατε ὅτι εἶμαι πιστὴ στὸν Κýριον, ἐλᾶτε νὰ μεßνετε στὸ σπßτι μου», καὶ μᾶς πßεζε. Καθὼς πηγαßναμε στὸν τüπον τῆς προσευχῆς μας συναντησε κÜποια ὑπηρÝτρια ποὺ εἶχε πνεῦμα μαντικü, καὶ μὲ τὴν μαντεßα ἔφερνε πολλὰ κÝρδη στοὺς κυρßους της.

Ὅταν ὅμως οἱ κýριοß της εἶδαν ὅτι χÜθηκε ἡ ἐλπßδα τῶν κερδῶν τοὺς ἔπιασαν τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σßλα καὶ τοὺς ἔσυραν στὴν ἀγορὰ πρὸς τις ἀρχÝς, καὶ ὅταν τοὺς ἔφεραν στοὺς στρατηγοὺς εἶπαν· «Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶναι Ἰουδαῖοι, δημιουργοῦν ταραχὴ στὴν πüλη μας, κηρýττουν διδασκαλßες τις ὁποßες ἐμεῖς ποὺ εἴμαστε Ρωμαῖοι δὲν ἐπιτρÝπεται νὰ τᾶς παραδεχθοῦμε ἢ νὰ τις ἐφαρμüσουμε».

Ξεσηκþθηκε καὶ ὁ ὄχλος ἐναντßον τους, οἱ Δὲ στρατηγοὶ τοὺς ἐξÝσχισαν καὶ διÝταξαν νὰ τοὺς ραβδßσουν. Ἀφοῦ τοὺς ἔδωκαν πολλὰ ραβδßσματα, τοὺς ἔρριξαν στὴν φυλακὴ καὶ παρÞγγειλαν στὸν δεσμοφýλακα νὰ τοὺς φυλÜττη καλÜ.

Αὐτὸς ἀφοῦ ἔλαβε τÝτοια παραγγελßα, τοὺς ἔβαλε στὴν πιὸ βαθειὰ φυλακὴ καὶ ἔδεσε τὰ πüδια τοὺς στὸ ξýλο γιὰ ἀσφÜλεια.

Κατὰ τὰ μεσÜνυχτα ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σúλας προσεýχονταν καὶ ἔψαλλαν ὕμνους στὸν Θεü, καὶ οἱ ἄλλοι φυλακισμÝνοι τοὺς ἄκουαν. Ἔξαφνα ἔγινε σεισμὸς μεγÜλος, ὥστε σαλεýθηκαν τὰ θεμÝλια της φυλακῆς, καὶ ἀμÝσως ἄνοιξαν ὅλες οἱ πüρτες καὶ ὅλων τὰ δεσμὰ λýθηκαν. Ὅταν ξýπνησε ὁ δεσμοφýλακας καὶ εἶδε ἀνοιχτὲς τὶς πüρτες τῆς φυλακῆς, ἔσυρε τὸ μαχαßρι του καὶ ἐπρüκειτο ν'αὐτοκτονÞση, ἐπειδὴ νüμιζε ὅτι οἱ φυλακισμÝνοι εἶχαν φýγει. Ἀλλ' ὁ Παῦλος τοῦ φþναξε δυνατÜ· «Μὴν κÜνεις κανÝνα κακὸ στὸν ἑαυτüν σου, διüτι ὅλοι εἴμαστε ἐδῶ».

Ἀφοῦ ζÞτησε φῶτα, πÞδηξε μÝσα καὶ τρομαγμÝνος ἔπεσε στὰ πüδια τοῦ Παýλου καὶ τοῦ Σßλα.ὝστερÜ τους ὁδÞγησε ἔξω καὶ εἶπε· «Κýριοι τß πρÝπει νὰ κÜνω γιὰ νὰ σωθῶ;». Ἐκεῖνοι Δὲ εἶπαν, «Πßστεψε στὸν Κýριο Ἰησοῦ ×ριστὸ καὶ θὰ σωθεῖς ἐσὺ καὶ οἱ οἰκιακοß σου». Καὶ κýρηξαν τὸν λüγον τοῦ Κυρßου σ' αὐτὸν καὶ σε ὅλους ποὺ ἤταν στὸ σπßτι του. Ἐκεßνη τὴν νυχτερινὴ ὥρα τοὺς πῆρε καὶ ἔπλυνε τὶς πληγÝς τους καὶ ἀμÝσως κατüπιν βαπτßσθηκε αὐτὸς καὶ ὅλοι οἱ δικοß του. Τοὺς ἔφερε στὸ σπßτι του,τοὺς ἔδωσε φαγητὸ καὶ χαιρüταν μὲ ὅλους τους δικοýς του για τὴν πßστη τοῦ στὸν θεü. Ὅταν ἔγινε ἡμÝρα, ἔστειλαν οἱ στρατηγοὶ τοὺς ραβδοýχους μὲ τὴν ἐντολÞ· «Ἀπüλυσε τοὺς ἀνθρþπους ἐκεßνους».

Ὁ δεσμοφýλακας ἀνÞγγειλε τὰ λüγια αὐτὰ στὸν Παῦλο καὶ τοῦ εἶπε, «Οἱ στρατηγοὶ ἔστειλαν ἐντολὴ νὰ ἀπολυθεῖτε. Τþρα λοιπὸν βγῆτε καὶ πηγαßνετε στὸ καλü». Ὁ Παῦλος ὅμως τοὺς εἶπε· «Μᾶς ἔδειραν δημüσια χωρὶς νὰ ἔχουμε δικασθῆ, ἂν καὶ εἴμαστε Ρωμαῖοι πολßτες, μᾶς ἔρριξαν στὴν φυλακὴν καὶ τþρα θÝλουν νὰ μᾶς βγÜλουν ἔξω κρυφÜ; Ἅ, ὄχι· ἂς ἔλθουν οἱ ἴδιοι νὰ μᾶς βγÜλουν».

Οἱ ραβδοῦχοι ἀνÞγγειλαν τὰ λüγια αὐτὰ στοὺς στρατηγοýς, οἱ ὁποῖοι ἐφοβÞθηκαν, ὅταν ἄκουσαν ὅτι εἶναι Ρωμαῖοι καὶ ἦλθαν νὰ τοὺς καταπραàνουν.

ὝστερÜ τους ἔβγαλαν ἔξω καὶ τοὺς παρακÜλεσαν νὰ φýγουν ἀπὸ τὴν πüλη. Ὅταν βγÞκαν ἀπὸ τὴν φυλακÞ, πῆγαν στὸ σπßτι τῆς Λυδßας καὶ ἀφοῦ εἶδαν τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τοὺς ἐνßσχυσαν, ἀναχþρησαν.



ΜεγÜλος της πßστεως καὶ τῆς ἱστορßας ὑπῆρξε ὁ Ἀπüστολος Παῦλος. Γι' αὐτὸ ἐπιτυχημÝνα τὸν χαρακτÞρισαν ὡς τὸν «πρῶτο μετὰ τὸν Ἕνα». ΚÜθε πτυχὴ τῆς ζωῆς, τῆς δρÜσης καὶ τῆς διδασκαλßας τοῦ εἶναι ἐνδιαφÝρουσα για τον μÝγα Ιεραπüστολο. Ἰδιαßτερα γιὰ τὸ ΠλÞρωμα τῆς τοπικῆς ἐκκλησßας τῶν Φιλßππων, τῆς ὁποßας ὑπῆρξε ὁ ἱδρυτὴς καὶ φωτιστῆς της. Ἀξßζει νὰ ἐπικεντρþσουμε τὸ ἐνδιαφÝρον μας στὶς ἐπισκÝψεις τοῦ Ἀποστüλου Παýλου στοὺς Φιλßππους, διüτι ὁ ἀριθμὸς τοὺς συνδÝεται ἄμεσα μὲ τὴν ἱεραποστολικÞ του μÝριμνα, μὲ τοὺς ἐσþψυχους δεσμοὺς τοῦ Πνευματικοῦ ΠατÝρα πρὸς τὰ παιδιÜ του, τοὺς χριστιανοὺς τῆς Ἐκκλησßας τῶν Φιλßππων.

Ἕνα ἔτος μετὰ τὴν ἔναρξη (ΘÝρος 48 μ.×.), τῆς δεýτερης ἀποστολικῆς περιοδεßας ὁ Παῦλος καὶ οἱ συνεργÜτες τοῦ Σßλας καὶ Τιμüθεος, στοὺς ὁποßους προστÝθηκε καὶ ὁ Λουκᾶς, ἐπισκÝπτονται γιὰ πρþτη φορᾶ τοὺς Φιλßππους, πüλη κολωνßαν, πρþτη δηλαδὴ ἀπὸ τὶς Ρωμαúκὲς ἀποικßες στὴ Μακεδονßα. Ἀπὸ τὸ 16ο κεφÜλαιο τῶν ΠρÜξεων τῶν Ἀποστüλων πληροφοροýμεθα ὅσα προηγÞθηκαν τῆς ἐπισκÝψεως καὶ ὅσα συνÝβησαν μετὰ τὴν ἄφιξη τοῦ Παýλου στὴν πüλη.

Μὲ λεπτομÝρειες μαθαßνουμε γιὰ τὸ ἀποκαλυπτικὸ ὅραμα τῆς ΤρωÜδας, ποὺ ἐσÞμανε τὴν ἀπαρχὴ τῆς διδαχῆς τοῦ Εὐαγγελßου στὴ Μακεδονßα καὶ τὴν ὑπüλοιπη Εὐρþπη καὶ τὸ ΘαλÜσσιο ταξßδι ἀπὸ τὴν ΤρωÜδα μÝσω τῆς ΣαμοθρÜκης καὶ τῆς ΝεαπολÝως (σημερινὴ ΚαβÜλα), ποὺ τελικὰ διὰ τῆς ἐγνατßας ὁδοῦ ἔφερε τοὺς Ἀποστüλους στοὺς Φιλßππους. Στὴ συνÝχεια παρακολουθοῦμε τὴν συνÜντησÞ τους «ἔξω τῆς πüλεως παρὰ τὸν ποταμüν» μὲ τὶς «σεβüμενες τὸν Θεüν» γυναῖκες καὶ τὴν ἐγκατÜστασÞ τους στὸ σπßτι τῆς πορφυροπþλιδος Λυδßας, μετὰ ἀπὸ ἐπßμονες παρακλÞσεις της καὶ ἀφοῦ προηγουμÝνως δÝχθηκε τὸ κÞρυγμα τοῦ Παýλου μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Κυρßου. Ἀκολουθεῖ τὸ θαῦμα τῆς θεραπεßας τῆς μαντευομÝνης παιδßσκης, ἡ σýλληψη καὶ ἡ δßκη στὴν Ἀγορὰ μὲ τὴν κατηγορßα, ὅτι ταρÜσσουν τὴν πüλη κηρρýτοντας ἰδÝες καὶ ξÝνα στοὺς Ρωμαßους ἤθη, οἱ ραβδισμοὶ καὶ ὁ ἐγκλεισμüς τους στὴ φυλακÞ. Ἀκüμα οἱ προσευχὲς καὶ οἱ δοξολογßες τῶν φυλακισμÝνων, ὁ ἰσχυρὸς σεισμüς, ποὺ τοὺς ἐλευθερþνει, ἡ σωτηρßα τοῦ δεσμοφýλακα ποὺ ἦταν ἕτοιμος νὰ αὐτοκτονÞσει, ἡ κατÞχησÞ του καὶ ἡ βÜπτιση ὅλης της οἰκογÝνειÜς του. ΤÝλος ἡ ἀποφυλÜκιση τῶν Ἀποστüλων καὶ ἡ συνÜντησÞ τους μὲ τοὺς ὀλßγους πιστοὺς στὸ σπßτι τῆς Λυδßας, ὅπου εὐχαριστοῦν τὸν Θεü.

Ἐνῶ ὁ Λουκᾶς παραμÝνει στοὺς Φιλßππους, ὁ Παῦλος καὶ ὀΣßλας ἀναχωροῦν μÝσω τῆς Ἀμφιπüλεως καὶ τῆς ἈπολλωνιÜδος στὴ Θεσσαλονßκη καὶ στὴ λοιπὴ ἙλλÜδα.

Κατ'αὐτὴν τὴν πρþτη ἐπßσκεψη στοὺς Φιλßππους ἱδρýεται ἡ πρþτη Ἐκκλησßα, στὸ Εὐρωπαúκὸ ἔδαφος. Μßα τοπικὴ ἐκκλησßα ποὺ ὄχι μüνο δὲν δημιουργεῖ πρÜγματα, ἀλλὰ δεßχνει πÜντοτε στοργÞ, ἀφοσßωση καὶ ἀγÜπη στὸ Φωτιστῆ της. Γι'αὐτὸ ὁ Ἀπüστολος συνεχßζει νὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τοὺς Φιληππησßους, εἴτε μὲ ἀπεσταλμÝνους, εἴτε μὲ ἐπιστολÝς, εἴτε αὐτοπροσþπως σὲ νÝες ἐπισκÝψεις.

Ἐνῶ διαρκεῖ ἡ Τρßτη ἀποστολικὴ περιοδεßα (Ἄνοιξη 52-Ἄνοιξη 57 μ.×.) καὶ ἀφοῦ ὁ Παῦλος περιüδευσε «τὴν Γαλατικὴ χþραν καὶ τὴν Φρυγßαν, στηρßζων εἰς τὴν πßστην ὅλους τους μαθητᾶς» (ΠρÜξ.18,23) καὶ ἐπὶ δυὸ χρüνια στὴν Ἔφεσο διδÜσκει τὸ λüγο τοῦ Κυρßου σὲ Ἰουδαßους καὶ Ἕλληνες, σκÝπτεται νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴν Μακεδονßα καὶ τὴν ἈχαÀα. ἈναβÜλλει ὅμως τὸ ταξßδι του καὶ στÝλνει τὸν Τιμüθεο καὶ τὸν Ἔραστο, ποὺ συναντῶνται μὲ τοὺς ×ριστιανοὺς τῶν Φιλßππων. Τὴν ἐπιθυμßα τοῦ πραγματοποιεῖ τὸ ἑπüμενο ἔτος, μετὰ τὶς ταραχὲς ποὺ ξÝσπασαν στὴν Ἔφεσο σὲ βÜρος του ἀπὸ τὴν συντεχνßα τῶν ἀργυροκüπων καὶ ἰδιαßτερα τοῦ Δημητρßου (ΠρÜξ. 19,23-40). Τὸ φθινüπωρο τοῦ 56 μ.×., «ὅταν κατÝπαυσεν ὁ θüρυβος προσκÜλεσε ὁ Παῦλος τοὺς μαθητÝς, τοὺς ἀποχαιρÝτησε καὶ ἀναχþρησε γιὰ τὴν Μακεδονßα» (ΠρÜξ. 20,1). Τὸ ἰδιαßτερο ἐνδιαφÝρον του γιὰ τοὺς Φιλßππους τὸν φÝρνει γιὰ δεýτερη φορᾶ κοντὰ στοὺς Φιλιππησßους ἀδελφοýς. Ἐδῶ συναντᾶται μὲ τὸν Τßτο, ποὺ ἐπιστρÝφοντας ἀπὸ τὴν Κüρινθο τοῦ φÝρνει καλὲς εἰδÞσεις, καὶ ἐδῶ στοὺς Φιλßππους γρÜφει τὴ δεýτερη πρὸς Κορινθßους ἐπιστολÞ. Μετὰ τὶς ἐπισκÝψεις τοῦν «εἰς τὰ μÝρη ἐκεῖνα» (Πραξ. 20,2), δηλαδὴ τοὺς Φιλßππους, τὴ Θεσσαλονßκη καὶ τὴ ΒÝροια, ὁ Παῦλος κατευθýνεται στὴν ἈχαÀα καὶ τὴν Κüρινθο.

Στὴν Κüρινθο ὁ Ἀπüστολος Παῦλος παραμÝνει ἕνα τρßμηνο. ΘÝλοντας νὰ ἐπιστρÝψει στὴ Συρßα καὶ τὰ Ἱεροσüλυμα μὲ πλοῖο, ἀλλÜζει τὰ σχÝδια του, ὅταν πληροφορεῖται τὴ συνομωσßα τῶν Ἰουδαßων, ποὺ ἤθελαν νὰ τὸν σκοτþσουν κατὰ τὸ ταξßδι τοῦ (ΠρÜξ. 20,3). Ἔτσι ἐπιστρÝφει διὰ ξηρᾶς καὶ φθÜνει στοὺς Φιλßππους τὶς παραμονὲς τοῦ ΠÜσχα, 8 Ἀπριλßου 57 μ.×. Μετὰ τὸν ἑορτασμὸ τῶν ἀζýμων ὁ Παῦλος καὶ οἱ συνοδοß του ἀπὸ τὴ ΝεÜπολη μὲ πλοῖο φθÜνουν στὴν ΤρωÜδα, ὅπου τοὺς περιμÝνουν καὶ ἄλλοι συνεργÜτες, ποὺ νωρßτερα εἶχαν φýγει ἀπὸ τοὺς Φιλßππους (ΠρÜξ. 20,4-5).Ὅλοι τους εἶχαν προορισμὸ νὰ φθÜσουν στὰ Ἱεροσüλυμα, κομßζοντας τὸ προúὸν ἐρÜνου ἀπὸ τὶς ἐκκλησßες τῆς Μακεδονßας καὶ τῆς ἈχαÀας γιὰ τοὺς χριστιανοὺς τῶν Ἱεροσολýμων (Ρþμ. 15,16. Β'Κüρ. 9,5 Α' Κορινθ. 16,1-4).

Ἡ ἔνταση τῆς ζωῆς καὶ τῆς δρÜσης τοῦ Ἀποστüλου Παýλου κορυφþνεται στὰ τελευταῖα χρüνια τῆς ζωῆς του. Κατὰ τὸ ἔτος 62 μ.×. ἀφÞνεται ἐλεýθερος στὴ Ρþμη μετὰ ἀπὸ δυὸ χρüνια φυλακῆς, ὅπως μας πληροφοροῦν οἱ ΠρÜξεις τῶν Ἀποστüλων. «Ἔμεινε δὲ ὁ Παῦλος διετßαν ὅλην ἐν ἰδßῳ μισθþματι...». Ἐδῶ σταματοῦν τὴν διÞγησÞ τους περὶ τοῦ Παýλου. Γιὰ τὴ συνÝχιση τῶν δραστηριοτÞτων τοῦ μαθαßνουμε ἀπὸ σκüρπιες πληροφορßες τῶν Πομαντικῶν ἐπιστολῶν του. Σýμφωνα μὲ αὐτὲς ὁ Παῦλος ἀρχßζει τὴν τÝταρτη περιοδεßα του στὶς περιοχὲς τὶς Ἀνατολικῆς Μεσογεßου καὶ τῆς Μακεδονßας. Στὴν Ἀ' πρὸς Τιμüθεον ἐπιστολὴ τοῦ (κÝφ. 1,3) γρÜφει «ὅταν πÞγαινα εἰς τὴν Μακεδονßαν σὲ παρεκÜλεσα νὰ παραμεßνεις εἰς τὴν Ἔφεσον, διὰ νὰ περαγγεßλεις εἰς μερικοὺς νὰ μὴ διδÜσκουν ξÝνες διδασκαλßες...». Ἡ ἔμμεση μαρτυρßα τοῦ ἴδιου του Παýλου ἀποκαλýπτει, ὅτι μετὰ τὰ ἐλαφρὰ δεσμὰ τοῦ φθÜνει στὴν Ἔφεσο, ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Τροßα καὶ ἔπειτα στὴν προσφιλÝστατη πüλη τῶν Φιλßππων. Ἐκπληρþνει ἔτσι τὴν ὑπüσχεση ποὺ δßνει στοὺς Φιλιππησßους, κατὰ τὴν ὁποßα «ἐλπßζω-τοὺς γρÜφει- εἰς τὸν Κýριον Ἰησοῦν νὰ σᾶς στεßλω γρÞγορα τὸν Τιμüθεον, διὰ νὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ ἥσυχος, ὅταν μÜθω νÝα σας... ἔχω δὲ τὴν πεποßθησιν εἰς τὸν Κýριον ὅτι ἐγὼ ὁ ἴδιος γρÞγορα θὰ ἔλθω» (Φιλιπ. 2,19-24).

Μετὰ τὴν προηγοýμενη ἐπßσκεψÞ του ὁ Παῦλος διαχειμÜζει στὴ Νικüπολη καὶ ἀπὸ κεῖ ἐπισκÝπτεται περιοχὲς τῆς Δαλματßας. Πρὶν ἀπὸ τὸν χειμþνα τοῦ 64 μ.×., ἐπιστρÝφοντας στὴν Ἀσßα ὁ Παῦλος καὶ οἱ συνοδοß του, περνοῦν καὶ πÜλι ἀπὸ τοὺς Φιλßππους, ἀπ'ὅπου παßρνει καὶ τὸν Λουκᾶ. Στὸν ἑπüμενο σταθμü, ποὺ ἦταν ἡ ΤρωÜδα, αἰφνßδια συλλαμβÜνεται ἀπὸ Ρωμαßους καὶ ὁδηγεῖται στὴ Ρþμη (ἄνοιξη-θÝρος 65 μ.×.). Τὸν περιμÝνει ἐκεῖ αὐστηρὴ φυλακὴ καὶ ὕστερα μαρτυρικὸς θÜνατος (τÝλος 65 ἢ ἀρχὲς 66 μ.×.).

ΜÝσα ἀπὸ τὰ προαναφερθÝντα στοιχεῖα προβÜλλουν οἱ ἀναμφισβÞτητοι δεσμοὶ ἀνÜμεσα στὸν Ἀπüστολο Παῦλο καὶ τοὺς Φιλιππησßους. Πνευματικοὶ καὶ ἐσþψυχοι δεσμοὶ μὲ πλοýσιους καρποὺς ἀγÜπης καὶ ἀφοσιþσεως, ποὺ διαχρονικὰ βιþνονται στὸ ΜυστÞριο τῆς ἁγßας Ἐκκλησßας μας.

              

Στα ßχνη του Αποστüλου Παýλου στην ΕλλÜδα, αρχßζοντας απü τους Φιλßππους, βαδßζουν στους καιροýς μας
οργανωμÝνες ομÜδες και μεμονωμÝνοι προσκυνητÝς χριστιανοß, Ορθüδοξοι και ετερüδοξοι.
Τον οκτþμβριο του 1977, ορθüδοξοι κληρικοß και λαúκοß απü την ΑμερικÞ, με επικεφαλÞς τον Σεβ. Αρχιεπßσκοπο
Βορεßου και Νοτßου ΑμερικÞς ΙÜκωβο, προσκýνησαν τις ΠαλαιοχριστιανικÝς ΒασιλικÝς των Φιλßππων και στο ΒαπτιστÞριο
του ΖυγÜκτη ποταμοý. Τους ξεναγεß ο αεßμνηστος καθηγητÞς Στ. Πελεκανßδης.

×Üρτης με τις περιοδεßες του Απ. Παýλου.